'Ήταν πρωί μιας καθημερινής μέρας σαν όλες τις άλλες. Μόνο που εκείνη την ημέρα δεν είχαμε σχολείο. Λίγο πιο κάτω από το σπίτι μας στην Αθήνα είδα ένα τανκ στην μέση του δρόμου να εμποδίζει την κυκλοφορία. Ήταν η μέρα που το "πουλί αναγεννήθηκε από τις στάχτες του". Οι άνθρωποι που το στήριζαν, έφτιαξαν είδωλα του φλεγόμενου πτηνού και τα σήκωσαν ψηλά. Για να τα βλέπουν όλοι. Άλλοι να χαίρονται και άλλοι να φοβούνται. Θυμάμαι στην Αίγινα δύο είδωλα του πτηνού να δεσπόζουν στο λιμάνι. Το ένα πάνω από το κτίριο του ΝΟΑ και το άλλο πάνω από το κρεοπωλείο του Σαντορινιού στην ψαραγορά. Όπου και να βρισκόσουνα νόμιζες ότι το "πτηνό" σε παρακολουθούσε. Γιαυτό και οι άνθρωποι, ενώ πριν την γέννηση του πτηνού κάθονταν σε παρέες μιλούσαν φωναχτά και γελούσαν, τώρα άλλαξαν. Επικράτησε άκρα του τάφου σιωπή. Νόμιζαν ότι τα "είδωλα του πτηνού" τους παρακολουθούσαν. Καθόντουσαν μόνοι τους στα τραπεζάκια του καφενείου, έπιναν τον καφέ τους και δεν μίλαγαν μεταξύ τους. Φοβόντουσαν το πτηνό. Το πτηνό που όταν άκουσαν την γέννησή του χάρηκαν. Όταν όμως είδαν την θωριά του, κατάλαβαν το λάθος τους και λούφαξαν.
Η ιστορία τέλειωσε μια μέρα όπως όλες τις άλλες. Το πτηνό ήταν θνησιγενές όπως όλα τα πτηνά της ράτσας του.
Η ιστορία τέλειωσε μια μέρα όπως όλες τις άλλες. Το πτηνό ήταν θνησιγενές όπως όλα τα πτηνά της ράτσας του.
